σακοράφα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακοράφα σακοράφες
γενική σακοράφας
αιτιατική σακοράφα σακοράφες
κλητική σακοράφα σακοράφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακοράφα < σακοράφι + < μεσαιωνική ελληνική σακκοράφιον < ελληνιστική κοινή σακκοράφος (εννοείται: βελόνη) < σάκκος + ράβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακοράφα θηλυκό

  • μεγάλη βελόνα, με την οποία ράβουμε κάτι με σπάγγο
    Διότι, εἶπε ὁ σιδηρουργὸς, ἐὰν ὁ μαστορής σου τύχει νὰ χάσει τὴ σακοράφα του, ἠμπορεῖ νὰ περάσει μία κλωστὴ πέρα πέρα ἀπὸ τ' αὐτιά σου καὶ νὰ ἐξακολουθήσει τὸ ἔργο του. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Τρομάρας)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]