σακκοράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακκοράφος σακκοράφοι
γενική σακκοράφου σακκοράφων
αιτιατική σακκοράφο σακκοράφους
κλητική σακκοράφε σακκοράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακκοράφος < αρχαία ελληνική σακκοράφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακκοράφος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ σακκοράφος τὸ σακκοράφον οἱ, αἱ σακκοράφοι τὰ σακκοράφα
Γενική τοῦ, τῆς σακκοράφου τοῦ σακκοράφου τῶν σακκοράφων τῶν σακκοράφων
Δοτική τῷ, τῇ σακκοράφῳ τῷ σακκοράφῳ τοῖς, ταῖς σακκοράφοις τοῖς σακκοράφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν σακκοράφον τὸ σακκοράφον τοὺς, τὰς σακκοράφους τὰ σακκοράφα
Κλητική σακκοράφε σακκοράφον σακκοράφοι σακκοράφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σακκοράφω
Γενική-Δοτική σακκοράφοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακκοράφος < σάκκος + ραφή + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σακκοράφος, -ος, -ον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]