ράβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράβω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥάπτω μέσω μεσαιωνικού υποθετικού τύπου *ράβω (δείτε το μεσαιωνικό ραύγω), με μεταπλασμό σε -βω με βάση το αοριστικό θέμα ραψ- κατά το σχήμα τριψ- (έτριψα) > τρίβω.[1]
γυναίκα που ράβει

Ρήμα[επεξεργασία]

ράβω, αόρ.: έραψα, παθ.φωνή: ράβομαι, π.αόρ.: ράφτηκα, μτχ.π.π.: ραμμένος

  1. με βελόνα και κλωστή ενώνω τα διεστώτα κομμάτια ενός υφάσματος ή άλλου υλικού
  2. με βελόνα και κλωστή προσαρτώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο (π.χ. ένα κουμπί σε ρούχο)
  3. φτιάχνω ένα ένδυμα ο ίδιος ή δίνω παραγγελία σε άλλον (ράφτη) να μου το φτιάξει
  4. κλείνω κάτι που είναι ανοιχτό με τη διαδικασία (1)
  5. (ιατρική) αποκαθιστώ με τη διαδικασία (1) την χειρουργική τομή ή το σημείο που έχει τραυματιστεί
  6. (παθητική φωνή) ράβομαι: συνηθίζω να χρησιμοποιώ κάποιον, για να μου ράβει τα ρούχα, είμαι πελάτης του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]