ράπτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ράπτης | οι | ράπτες |
| γενική | του | ράπτη | των | ραπτών |
| αιτιατική | τον | ράπτη | τους | ράπτες |
| κλητική | ράπτη | ράπτες | ||
| Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ράπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥάπτης[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɾa.ptis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρά‐πτης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ράπτης αρσενικό (θηλυκό ράπτρια)
- (επάγγελμα, λόγιο) ράφτης
- ※ Ἄλλ' ἴσως ὁ υἱός τοῦ πασᾶ ἔχει κἄνέν ἔργον ὀλιγώτερον ἐπίπονον. Μήπως εἶναι ράπτης; Ὄχι. - Πραγματευτής; - Ὄχι. - Καλαθοποιός; Ὄχι. Εἶναι λοίπὸν κουρεύς; Ὄχι ἀνέκραξεν ὁ κυφός πορφυροῦς ἐξ οργῆς. Ὄχι, σὲ λέγω. Τελείωσε πλέον τοὺς ἀνοήτους ἀστεϊσμούς σου, διότι ἀλλέως θὰ σὲ σπάσω εἰς τὸ ξύλον. (Εστία, τόμος 1-2, 1876, σελ. 297)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- τερζής (παρωχημένο)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ράπτης
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ράπτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)