τερζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τερζής τερζήδες
γενική τερζή τερζήδων
αιτιατική τερζή τερζήδες
κλητική τερζή τερζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τερζής < τουρκική terzi (ράφτης) < περσική درزی (darzi). Η λέξη αναφερόταν σε ράφτες αποκλειστικά ελληνικών φορεσιών (συνώνυμο: ἑλληνορράπτης) και όχι των φράγκικων (ευρωπαϊκού στυλ).[1][2]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τερζής αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.