ράμμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥάμμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράμμα ράμματα
γενική ράμματος ραμμάτων
αιτιατική ράμμα ράμματα
κλητική ράμμα ράμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράμμα < αρχαία ελληνική ῥάμμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράμμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα της ενέργειας του ράβω, ιδίως για τραύμα ή χειρουργική τομή που προκάλεσε λύση της συνέχειας του δέρματος
  2. το νήμα που χρησιμοποιήθηκε από έναν χειρουργό για να ράψει ένα τραύμα ή τομή
    ο γιατρός του είπε να ξαναπάει μετά από πέντε μέρες για να του κόψει τα ράμματα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχω ράμματα για τη γούνα σου: (συνήθως απειλητικά και, σπανιότερα, όχι απευθείας στο αναφερόμενο πρόσωπο αλλά μονολογώντας) ξέρω αρκετά επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος σου και πιθανόν να τα χρησιμοποιήσω για να ανταποδώσω αυτό που μου έκανες ή θα μου κάνεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]