chemineau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chemineau < chemin

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chemineau chemineaux

chemineau (fr) αρσενικό

  1. αυτός που γυρίζει στις γειτονιές αλητεύοντας, που ασχολείται με μικροδουλειές ή ζητιανεύει

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]