Μετάβαση στο περιεχόμενο

chevalier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chevalier < chevaler < λατινική caballarius, κατά το cheval

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chevalier chevaliers

chevalier (fr) αρσενικό

  1. ο ιππότης

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet chevaliers chevalier
cas régime chevalier chevaliers

chevalier (fr) αρσενικό

  1. ο ιππότης

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]