Μετάβαση στο περιεχόμενο

devise

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας devise
γ΄ ενικό ενεστώτα devises
αόριστος devised
παθητική μετοχή devised
ενεργητική μετοχή devising

devise (en)

  • επινοώ
    παράδειγμα  Who devised this process?
    Ποιος επινόησε αυτή τη διαδικασία;

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
devise devises

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

devise (fr) θηλυκό

  1. το σύνθημα
  2. το συνάλλαγμα