Μετάβαση στο περιεχόμενο

chin

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chin chins

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chin (en)



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chin (ro)