circumstance
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| circumstance | circumstances |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]circumstance (en)
- (συνήθως στον πληθυντικό) η περίσταση, η συνθήκη, η κατάσταση, το περιστατικό, τα γεγονότα που συνδέονται και επηρεάζουν μια κατάσταση, ένα συμβάν ή μια ενέργεια
Είναι θύμα των περιστάσεων.
- He is a victim of the circumstances.
under these circumstances - κάτω από αυτές τις συνθήκες
the political/economic/international circumstances - η πολιτική/οικονομική/διεθνής κατάσταση
What are the circumstances of the company?
- Ποια είναι η κατάσταση της εταιρείας;
extenuating circumstances - ελαφρυντικά περιστατικά- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη situation
Πηγές
[επεξεργασία]- circumstance - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 690, 849. ISBN 9780194325684., λήμμα: περίσταση, περιστατικό, συνθήκη