colloquial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

colloquial < colloquy < λατινική colloquium < con- + loqui

Επίθετο[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • δημοτική γλώσσα, προφορική έκφραση ή λέξη