Μετάβαση στο περιεχόμενο

come over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας come over
γ΄ ενικό ενεστώτα comes over
αόριστος came over
παθητική μετοχή come over
ενεργητική μετοχή coming over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
come over <  δείτε τις λέξεις come και over

come over (en)

  1. περνάω, κάνω σύντομη επίσκεψη ειδικά στο σπίτι κάποιου
    παράδειγμα  Come over to see us some day.
    Πέρασε να μας δεις καμιά μέρα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη stop by
  2. τάσσομαι μαζί κάποιου, αλλάζω από τη μια πλευρά, άποψη κτλ. στην άλλη
    παράδειγμα  In the end, he came over to our side.
    Τελικά τάχθηκε μαζί μας.