commerce

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
commerce commerces

commerce (fr) αρσενικό

  1. το εμπόριο
  2. το εμπορικό κατάστημα
  3. η συναναστροφή, σχέση

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]