compiler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

compiler (en)

  1. (λογισμικό, μεταγλώττιση) ο μεταγλωττιστής
  2. συμπιλητής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • compiler στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

compiler (fr)

  1. σταχυολογώ, ερανίζομαι
  2. συντάσσω, συνθέτω, καταρτίζω κάτι συγκεντρώνοντας στοιχεία από διάφορες πηγές
  3. (πληροφορική) μεταγλωττίζω πηγαίο κώδικα σε εκτελέσιμο αρχείο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]