conduit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
conduit conduits

conduit (fr) αρσενικό

  1. σωλήνας ή αγωγός
  2. (μεταφορικά) το μέσο μέσω του οποίου μεταδίδεται κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: conduire

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

conduit (fr)