cotton

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cotton (en)

  1. το βαμβάκι
  2. βαμβακερό ύφασμα
  3. βαμβακερό (ρούχο)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

cotton (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

cotton (en)

  • τα πάω καλά με κάποιον