cotton

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cotton (en)

  1. το βαμβάκι
  2. βαμβακερό ύφασμα
  3. βαμβακερό (ρούχο)

Επίθετο[επεξεργασία]

cotton (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

cotton (en)

  • τα πάω καλά με κάποιον