countess

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
countess countesses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

countess (en) (αρσενικό count ή earl)