κόμησσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κόμησσα | οι | κόμησσες |
| γενική | της | κόμησσας | των | κομησσών |
| αιτιατική | την | κόμησσα | τις | κόμησσες |
| κλητική | κόμησσα | κόμησσες | ||
| Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κόμησσα θηλυκό
- → δείτε τη λέξη κόμισσα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κόμησσα
|
→ δείτε τη λέξη κόμισσα |