Μετάβαση στο περιεχόμενο

coup de poing

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: coup-de-poing

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
coup de poing,  δείτε τις λέξεις coup και pied

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
coup de poing coups de poing

coup de poing (fr) αρσενικό

  1. η μπουνιά
  2. μεταλλικό εξάρτημα που εφαρμόζεται στη γροθιά για ένα δυνατότερο χτύπημα. Λέγεται και coup-de-poing américain

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]