Μετάβαση στο περιεχόμενο

cracking

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cracking crackings

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cracking (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

cracking (en)