crissement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| crissement | crissements |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]crissement (fr) αρσενικό
- η στριγκλιά, το ξεφωνητό, το τρίξιμο
- (μεταφορικά) le crissement des pneus sur la chaussée - το στρίγγλισμα των ελαστικών στο οδόστρωμα