culminant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

culminant < λατινική culminans

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό culminant culminants
θηλυκό culminante culminantes

culminant (fr)

  1. που φτάνει στο ψηλότερό του σημείο
  2. που δεσπόζει, που στέκεται ψηλότερα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]