Μετάβαση στο περιεχόμενο

curly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός curly
συγκριτικός curlier
υπερθετικός curliest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
curly < curl + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

curly (en)