dépareiller

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dépareiller < dé- + pareil

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.pa.re.je/

Ρήμα[επεξεργασία]

dépareiller (fr)

  1. καθιστώ ελλιπές, συμπληρώνω κάτι χρησιμοποιώντας ανόμοια αντικείμενα
     συνώνυμα: désapparier, désassortir
     αντώνυμα: apparier, assortir

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]