demonstrator
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| demonstrator | demonstrators |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- demonstrator < demonstrate + -or
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]demonstrator (en)
- ο διαδηλωτής, η διαδηλώτρια