deposition

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

deposition (en)

  1. η καθαίρεση (αξιωματούχου)
  2. η απόθεση (ενός στρώματος υλικού πάνω σε μια επιφάνεια)
  3. η ένορκη κατάθεση (εκτός δικαστηρίου)
  4. η στερεοποίηση των υδρατμών κατευθείαν σε χιόνι ή πάγο
  5. (φυσική) η μετατροπή ενός αερίου σε στερεό χωρίς να μεσολαβήσει η υγρή κατάσταση
     αντώνυμα: sublimation
  6. η εναπόθεση των λειψάνων ενός αγίου σε ναό