κατάθεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κατάθεση | οι | καταθέσεις |
| γενική | της | κατάθεσης* | των | καταθέσεων |
| αιτιατική | την | κατάθεση | τις | καταθέσεις |
| κλητική | κατάθεση | καταθέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, καταθέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατάθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάθε(σις) (τοποθέτηση στο έδαφος, πληρωμή) + -ση < αρχαία ελληνική κατάθεσις (υποθήκη) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική déposition[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κατάθεση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω
- (νομικός όρος) η μαρτυρία σε δημόσιες αρχές
- ένορκη κατάθεση
- ※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- (οικονομία) η παράδοση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα
- ※ Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)
- (νομικός όρος) η μαρτυρία σε δημόσιες αρχές
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οικονομία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κατάθεση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατά- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)