ένορκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένορκος ένορκοι
γενική ενόρκου ενόρκων
αιτιατική ένορκο ενόρκους
κλητική ένορκε ένορκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένορκος < αρχαία ελληνική ἔνορκος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ένορκος, -η, -ο

  1. ο επικυρωμένος με όρκο
    ένορκη βεβαίωση, ένορκη κατάθεση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένορκος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο πολίτης που αποτελεί μέλος ενός σώματος που καλείται να δικάσει μια ποινική υπόθεση
    Στην Ελλάδα οι ένορκοι δικάζουν μαζί με τους τακτικούς δικαστές, ενώ σε άλλες χώρες το σώμα των ενόρκων αποφασίζει μόνο του χωρίς την παρουσία άλλων στις συνεδριάσεις του.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]