disenfranchise

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

http://www.etymonline.com/index.php?term=disenfranchise

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˌdɪsɪnˈfran(t)ʃʌɪz,ˌdɪsɛn-/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

disenfranchise

  1. αποστερώ δικαίωμα ψήφου
  2. αποστερώ δικαίωμα ή προνόμιο
  3. αποστερώ δικαίωμα κοινότητας να αντιπροσωπεύεται στο κοινοβούλιο
  4. (μεταφορικά) αποξενώνομαι από τον πολίτη ως πολιτικός και δεν τον εκπροσωπώ με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο στα πράγματα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

στον καθημερινό λόγο καθ' υπερβολή εννοούν ότι είναι απογοητευμένοι από την πολιτική διότι κανένας εκλεγμένος βουλευτής δεν υπερασπίζεται τις απόψεις τους (αυτοί που το λένε ισχυρίζονται ότι οι απόψεις τους ταυτίζονται με την "κοινή λαϊκή άποψη")