disenfranchise
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | disenfranchise |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | disenfranchises |
| αόριστος | disenfranchised |
| παθητική μετοχή | disenfranchised |
| ενεργητική μετοχή | disenfranchising |
Ρήμα
[επεξεργασία]disenfranchise (en)
- αποστερώ δικαίωμα ψήφου
- αποστερώ δικαίωμα ή προνόμιο
- αποστερώ δικαίωμα κοινότητας να αντιπροσωπεύεται στο κοινοβούλιο
- (μεταφορικά) αποξενώνομαι από τον πολίτη ως πολιτικός και δεν τον εκπροσωπώ με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο στα πράγματα