Μετάβαση στο περιεχόμενο

double back

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας double back
γ΄ ενικό ενεστώτα doubles back
αόριστος doubled back
παθητική μετοχή doubled back
ενεργητική μετοχή doubling back

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις double και back

double back (en)

  1. γυρνώ πίσω από την κατεύθυνση/διαδρομή που ήρθα
  2. πισωγυρνώ, πισωγυρίζω
  3. (κατ’ επέκταση) επανεξετάζω εσφαλμένη διαδικασία, ξεκινώ από την αρχή λόγω λάθους ή ξεκινώ από το σημείο του λάθους