double back
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | double back |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | doubles back |
| αόριστος | doubled back |
| παθητική μετοχή | doubled back |
| ενεργητική μετοχή | doubling back |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]double back (en)
- γυρνώ πίσω από την κατεύθυνση/διαδρομή που ήρθα
- πισωγυρνώ, πισωγυρίζω
- (κατ’ επέκταση) επανεξετάζω εσφαλμένη διαδικασία, ξεκινώ από την αρχή λόγω λάθους ή ξεκινώ από το σημείο του λάθους