drainage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
drainage drainages

drainage (fr) αρσενικό

  1. η αποστράγγιση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη drainer