elev

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

elev (ro) αρσενικό

  1. ο μαθητής

Κλίση[επεξεργασία]