elevate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

elevate (en)

  1. ανυψώνω κάτι, το φέρνω σε μεγαλύτερο ύψος
     συνώνυμα: raise, lift
  2. αναδεικνύω
    it's time to elevate the environmental issues