ensorcellement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ensorcellement ensorcellements

ensorcellement (fr) αρσενικό

  1. τα μάγια, το ξόρκι
  2. (μεταφορικά) η ακατανίκητη γοητεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]