erro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

erro < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

erro (la) (errō1, errāvī, errātum, errāre)

  1. περιπλανιέμαι

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]


Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
erro erros

erro (pt) αρσενικό

  1. το λάθος, το σφάλμα