escu

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet escuz escu
cas régime escu escuz

escu αρσενικό

  1. η ασπίδα
  2. χρυσό νόμισμα του 13ου αιώνα που φέρει το οικόσημο της Γαλλίας