exubérant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: exuberant

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό exubérant exubérants
θηλυκό exubérante exubérantes

exubérant (fr)

  1. (για ανθρώπους) εξαιρετικά ενεργητικός και ενθουσιώδης, κεφάτος, πληθωρικός
  2. (για πράγματα) που χαρακτηρίζεται από αφθονία, πληθωρικός, υπεράφθονος