πληθωρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πληθωρικός πληθωρική πληθωρικό
γενική πληθωρικού πληθωρικής πληθωρικού
αιτιατική πληθωρικό πληθωρική πληθωρικό
κλητική πληθωρικέ πληθωρική πληθωρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληθωρικοί πληθωρικές πληθωρικά
γενική πληθωρικών πληθωρικών πληθωρικών
αιτιατική πληθωρικούς πληθωρικές πληθωρικά
κλητική πληθωρικοί πληθωρικές πληθωρικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληθωρικός < αρχαία ελληνική πληθωρικός < πληθώρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πληθωρικός

  1. αυτός που έχει σχέση με την πληθώρα, που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα, ο άφθονος
  2. που πάσχει από υπεραιμία
  3. άτομο που εξωτερικεύεται με έντονο τρόπο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]