eyebrow
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| eyebrow | eyebrows |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]eyebrow (en)
- (ανθρώπινο σώμα) το φρύδι
| ενικός | πληθυντικός |
| eyebrow | eyebrows |
eyebrow (en)