φρύδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φρύδι τα φρύδια
      γενική του φρυδιού των φρυδιών
    αιτιατική το φρύδι τα φρύδια
     κλητική φρύδι φρύδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρύδι < μεσαιωνική ελληνική φρύδι < ελληνιστική κοινή ὀφρύδιον, υποκοριστικό τού (αρχαία ελληνική ) ὀφρῦς / ὀφρύς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃bʰrúHs, *bʰruH

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɾi.ði/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρύδι ουδέτερο

  1. (ανατομία) καθένας από του δύο τοξωτούς τριχωτούς σχηματισμούς, που βρίσκονται πάνω από τις κόγχες των ματιών
  2. (γεωλογία) η νοητή καμπυλωτή γραμμή που διαχωρίζει την κορυφή ενός όρους ή μιας οροσειράς από τον υπόλοιπο κατώτερο ορεινό όγκο
    Πρώτος ανασκαφέας του υπήρξε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, το 1925, ο οποίος στις 10 μέρες της έρευνάς του σχεδίασε το τοπογραφικό όλου του χώρου, αποτυπώνοντας όλα τα ορατά τότε και εν μέρει αποκαλυφθέντα λείψανα κτηρίων, όπως και τον τοίχο του περιβόλου που ακολουθεί την καμπύλη στο φρύδι του οροπεδίου, χωρίς να σχηματίζει καμιά γωνία. (*)
  3. (γεωλογία) (στρατιωτικός όρος) το σύνολο των σημείων σ’ ένα όρος ή μια οροσειρά, απ’ όπου μπορεί κάποιος να βλέπει όλα τα κατώτερα σημεία μέχρι τους πρόποδες
  4. το άκρο ενός γκρεμού, ενός βράχου, μιας τάφρου, το κράσπεδο ενός υψώματος
    Η πλειοψηφία επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη για την κατάσταση (πολυκατοικίες που χτίζονται στο φρύδι του γκρεμού και συνεχώς επεκτείνονται) στο υπουργείο Περιβάλλοντος, που δεν εγκρίνει αναθεωρημένη πολεοδομική μελέτη από το 2006. (*)
  5. (ναυτικός όρος) μαύρο σύννεφο που προμηνύει καταιγίδα
  6. (ναυτικός όρος) το επάνω μέρος της καμπύλης ενός κύματος
  7. (βοτανική) είδος ορχιδέας (ophrys)
    Ο λόγος είναι ότι οι εν λόγω ορχιδέες είναι αδύνατο να αναπαραχθούν σε συνθήκες θερμοκηπίου, χωρίς έναν ειδικό μύκητα που συμβιώνει με το φυτό στο έδαφος και ένα ειδικό έντομο-επικονιαστή, το οποίο γονιμοποιεί το φυτό μεταφέροντας γύρη. Μάλιστα, το λατινικό όνομα «Οphrys» προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «ὀφρῦς», δηλαδή φρύδι, εξαιτίας των τριχωτών άκρων των πετάλων. Αυτά προσομοιάζουν σε θηλυκά έντομα, ώστε να προσελκύουν τα αρσενικά έντομα που λειτουργούν ως επικονιαστές. (*)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]