ματόφρυδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματόφρυδο ματόφρυδα
γενική ματόφρυδου ματόφρυδων
αιτιατική ματόφρυδο ματόφρυδα
κλητική ματόφρυδο ματόφρυδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματόφρυδο < μάτι + -ο- + φρύδι + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ματόφρυδο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το φρύδι
  2. η περιοχή του προσώπου που περικλείει το μάτι και το φρύδι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]