facemask
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| facemask | facemasks |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]facemask (en)
- μάσκα ή άλλο κάλυμμα προσώπου, για προστασία ή μεταμφίεση
| ενικός | πληθυντικός |
| facemask | facemasks |
facemask (en)