fadeno

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fadeno < faden- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική fadeno fadenoj
αιτιατική fadenon fadenojn

fadeno (eo)

  1. η κλωστή, το νήμα
  2. (πληροφορική) σειρά μηνυμάτων σε ένα blog ή πληροφοριακό ιστοχώρο