faix

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
faix faix

faix (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) ή (λογοτεχνία) υπερβολικό φορτίο
  2. καθίζηση μιας νεόκτιστης οικοδομής

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]