καθίζηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθίζηση οι καθιζήσεις
      γενική της καθίζησης
& καθιζήσεως
των καθιζήσεων
    αιτιατική την καθίζηση τις καθιζήσεις
     κλητική καθίζηση καθιζήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

υποχώρηση, οπισθοδρόμηση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθίζηση θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]