filo
Εμφάνιση
Προφορά 1
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- filo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φίλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]filo (fìlo) πληθυντικός: fili
Προφορά 2
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- filo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φιλῶ, συνηρημένος τύπος του φιλέω (φέρομαι ευγενικά, αγκαλιάζω, φιλάω)
Ρήμα
[επεξεργασία]filo (filò) fili
Πηγές
[επεξεργασία]- fìlo, filò Vocabolario σελ.211 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- (τρόφιμο) άλλη μορφή του phyllo: φύλλο μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]filo (eo)
- o γιος
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- filo < (κληρονομημένο) λατινική filum
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]filo (it)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- filo - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα (κατωιταλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Τρόφιμα (αγγλικά)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Ουσιαστικά (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα λατινικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ιταλικά)
- Ιταλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ιταλικά)