Μετάβαση στο περιεχόμενο

filo

Από Βικιλεξικό

Προφορά 1

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfi.lo/

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
filo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φίλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

filo (fìlo) πληθυντικός: fili

Προφορά 2

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fiˈlo/

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
filo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φιλῶ, συνηρημένος τύπος του φιλέω (φέρομαι ευγενικά, αγκαλιάζω, φιλάω)

filo (filò) fili



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

filo (en) ή phyllo (en)



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
filo < fil + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

filo (eo)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]




Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
filo < (κληρονομημένο) λατινική filum

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

filo (it)

  1. σύρμα
  2. οποιοδήποτε υλικό που έχει σχήμα κυλινδρικό μακρύ και λεπτό, όπως νήμα, κλωστή, σύρμα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]