fiu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fiu αρσενικό

  1. το φέουδο (→ δείτε τη λέξη: fieu)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fiu (ro) αρσενικό

Κλίση[επεξεργασία]