fiu

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fiu αρσενικό

  1. το φέουδο (→ δείτε τη λέξη: fieu)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fiu (ro) αρσενικό

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]