flick

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flick (en)

  1. ελαφρό χτύπημα, γρήγορη κίνηση
  2. (αργκό), (λαϊκότροπο) ταινία, κινηματογραφικό έργο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

flick (en)

  1. ψιλοχτυπώ, χτυπώ ελαφρά, ψιλοκοπανώ
  2. πετώ, ρίχνω κάτι με μια απότομη κίνηση
    don't flick peanuts at your brother!
  3. ξεφυλλίζω
    • κάνω ζάπινγκ