fudge

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fudge (en)

  1. καραμέλα γάλακτος, κρεμώδης καραμέλα
  2. κουκούλωμα υπόθεσης ή προβλήματος
    • Open book 01.svg Έκφραση to fudge an issue: πατρονάρω διαχειριστικά διαστρεβλώνοντας σκόπιμα την πραγματικότητα
      ελληνικό μερώνυμο: θολώνω τα νερά

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

fudge (en)

  • κουκουλώνω υπόθεση, κρύβω κάτω απ' το χαλί

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

έκφραση δυσπιστίας ή ενόχλησης
fudge (en)

  • μαλακίες!, χαζομάρες!, μούφα!